μαστιγώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαστιγώνω
Where it comes from
μαστιγώνω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μαστιγόω-μαστιγῶ +-ώνω
verb μαστιγώνω
- χτυπάω κάποιον με το μαστίγιο μαστιγώνουν τα άλογα για να τρέξουν πιο γρήγορα
- τιμωρώ κάποιον χτυπώντας τον με το μαστίγιο, σε χώρες που έχουν την ποινή του μαστιγώματος, ή τον χτυπάω αυθαίρετα και παράνομα όταν ο μικρός έκλεψε απ' το ταμείο, ο πατέρας του τον μαστίγωσε με το λουρί της ζώνης του!
- κατακρίνω έντονα, τιμωρώ αυστηρά, απαγορεύω Ηταν υποχρεωμένοι να μαστιγώνουν τα παθολογικά συμπτώματα της κοινωνίας της εποχής τους
- σαν να μαστιγώνω, όταν προκαλώ σε κάποιον την φυσική αίσθηση του μαστιγώματος αλλά με άλλο μέσο η βροχή και ο άνεμος μαστίγωναν το πρόσωπό του
In English
Talk about this word "μαστιγώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μαστιγώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89 "μαστιγώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαστιγώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}