μαστιγώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαστιγώνω

Where it comes from

μαστιγώνω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μαστιγόω-μαστιγῶ +-ώνω

verb μαστιγώνω

  1. χτυπάω κάποιον με το μαστίγιο μαστιγώνουν τα άλογα για να τρέξουν πιο γρήγορα
  2. τιμωρώ κάποιον χτυπώντας τον με το μαστίγιο, σε χώρες που έχουν την ποινή του μαστιγώματος, ή τον χτυπάω αυθαίρετα και παράνομα όταν ο μικρός έκλεψε απ' το ταμείο, ο πατέρας του τον μαστίγωσε με το λουρί της ζώνης του!
  3. figuratively, μεταφορικά κατακρίνω έντονα, τιμωρώ αυστηρά, απαγορεύω Ηταν υποχρεωμένοι να μαστιγώνουν τα παθολογικά συμπτώματα της κοινωνίας της εποχής τους
  4. figuratively, μεταφορικά σαν να μαστιγώνω, όταν προκαλώ σε κάποιον την φυσική αίσθηση του μαστιγώματος αλλά με άλλο μέσο η βροχή και ο άνεμος μαστίγωναν το πρόσωπό του

In English

  • whip to hit with a whip
  • flog to whip or scourge as punishment

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαστιγώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαστιγώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"μαστιγώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαστιγώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}