μαστός

Ελληνικά · Visawe na vinyume

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

μαστός¹

Limetoka wapi

μαστός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαστός

nomino μαστός · μαστοί · μαστού · μαστών · μαστό · μαστούς

  1. ανατομία γαλακτοφόρος αδένας των θηλαστικών ※ Η αυτοψηλάφηση μπορεί να γίνει μηνιαία ή περιστασιακά και έχει σκοπό να μάθει η γυναίκα να γνωρίζει τη δομή του μαστού της, έτσι ώστε οι πρώιμες και ασυνήθιστες αλλαγές που θα διαπιστώσει να αναφερθούν άμεσα στον ιατρό για περαιτέρω αξιολόγηση.
  2. το εξωτερικό τμήμα αυτού του αδένα
  3. figuratively, μεταφορικά οτιδήποτε μοιάζει με μαστό γυναίκας
  4. μηχανολογία μεταλλικός ή πλαστικός σύνδεσμος σωληνώσεων

Yanayofanana: στήθος, βυζί, μεμέ

Μαστός²

Limetoka wapi

Μαστός < μαστός

nomino ya pekee Μαστός · Μαστοί · Μαστού · Μαστών · Μαστό · Μαστούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Visawe na vinyume

nomino

Yanayofanana: στήθος, βυζί, μεμέ

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"μαστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μαστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"μαστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαστός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}