ματ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ΜΑΤ¹
- mat
Where it comes from
ΜΑΤ < : Μονάδες Αποκατάστασης [της] Τάξης, από τη δεκαετία του 1970
abbreviation Μ.Α.Τ.
- αστυνομικές ομάδες καταστολής διαδηλώσεων και ταραχών
ματ²
Where it comes from
ματ < (άμεσο δάνειο) γαλλική mat (προφορά /ma/) με προφορά /mat/ με απώτερη αρχή μετοχή από τη λατινική madeo (είμαι βρεγμένος, μεθώ) στην οποία δόθηκε σημασία "είμα θολός από το μεθύσι", και μετά, "μη στιλπνός"
adjective ματ
- αλαμπής, που δεν αντανακλά το φως, που δεν γυαλίζει, μη γυαλιστερός, ελαφρώς τραχύς επιφανειακά, μη στιλπνός προτιμάει να εκτυπώνει τις φωτογραφίες του σε χαρτί ματ
noun ματ
- η κατάσταση σε ένα παιχνίδι σκακιού κατά την οποία ο βασιλιάς του ενός παίκτη απειλείται από τον αντίπαλό του χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής σε μία κίνηση. Μόλις γίνει ματ, ο παίκτης που το κατάφερε κερδίζει την παρτίδα.
- η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου ※ Σε λίγο κάνει μια κίνηση ματ, αφήνοντας τον και έρωτα του να εκδηλωθεί. Την κοιτάζει κατάματα έντονα. (Χριστόφορος Παπαδόπουλος, Μαρίνα, η κόρη της θάλασσας, 2018 https://books.google.gr/books?id=XIifDwAAQBAJ&lpg=PT62&dq=%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7%20%CE%BC%CE%B1%CF%84&pg=PT62#v=onepage&q
Thesaurus
In English
- checkmate said when making the conclusive move in chess
Talk about this word "ματ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%84. Accessed 6 Nov. 2026. ματ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%84 "ματ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%84.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ματ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%84},
urldate = {2026-11-06}
}