ματάκι
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
ματάκι
מאיפה זה בא
ματάκι < μάτ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
שם עצם ματάκι · ματάκια
- μικρό μάτι
- μικρή γυάλινη οπή στην εξώπορτα του σπιτιού, ώστε ο κάτοικος να βλέπει ποιος βρίσκεται έξω από την πόρτα του
- παλιό παιδικό παιχνίδι που λεγόταν και "ἀματάκι", όπου τα αγόρια στόχευαν το ένα τον βόλο του άλλου
באנגלית
לדבר על המילה הזו "ματάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ματάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "ματάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {ματάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}