μαυρίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαυρίζω
Where it comes from
μαυρίζω <
# μαύρο + -ίζω
# από το μαύρου χρώματος σφαιρίδιο που έριχναν στην κάλπη όσοι ήταν αντίθετοι στην εκλογή κάποιου
verb μαυρίζω · μαύριζα · θα μαυρίζω · να μαυρίζω · μαυρίζοντας
- χρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο
- παίρνω μαύρο χρώμα
- η επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου ※ Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρη
- καταψηφίζω (σε εκλογές για εκλογή ατόμων)
In English
Talk about this word "μαυρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μαυρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "μαυρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαυρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}