μαυρίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαυρίζω

Where it comes from

μαυρίζω <

# μαύρο + -ίζω

# από το μαύρου χρώματος σφαιρίδιο που έριχναν στην κάλπη όσοι ήταν αντίθετοι στην εκλογή κάποιου

verb μαυρίζω · μαύριζα · θα μαυρίζω · να μαυρίζω · μαυρίζοντας

  1. transitive, μεταβατικό χρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο
  2. intransitive, αμετάβατο παίρνω μαύρο χρώμα
  3. figuratively, intransitive, αμετάβατο, μεταφορικά η επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου ※ Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρη
  4. familiar, οικείο καταψηφίζω (σε εκλογές για εκλογή ατόμων)

In English

  • brown to become brown
  • tan to become tan due to exposure to sun
  • black out to cover with black ink

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαυρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαυρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"μαυρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαυρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}