μαϊντανός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαϊντανός¹

  • mai̯.daˈnos

Where it comes from

μαϊντανός < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική معدنوس (mağdanos, maydanos) (τουρκική maydanoz) < αραβική مَعْدُونِس (maʿdūnis) <

: Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια < ινδικής προέλευσης

: Κατά τον Γεώργιο Μπαμπινώτη (αντιδάνειο) < μεσαιωνική ελληνική μακεδονήσι / μακεδονήσιον < λατινική macedonense, ουδέτερο του macedonensis < Macedo < αρχαία ελληνική Μακεδών (αντιδάνειο) < Μακεδονία < μακεδονία < μακεδνός

noun μαϊντανός · μαϊντανοί · μαϊντανού · μαϊντανών · μαϊντανό · μαϊντανούς

  1. φυτό, λαχανικό φυτό (Petroselinum crispum) του οποίου τα φύλλα χρησιμοποιούνται ως μυρωδικό στη μαγειρική

    Similar: πετροσέλινο

  2. ο άνθρωπος που ανακατώνεται σε όλα χωρίς να είναι αρμόδιος
  3. ironic, ειρωνικό πρόσωπο που εμφανίζεται δημοσίως πολύ συχνά και σε διάφορες περιστάσεις, ιδίως στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, και εκφέρει γνώμη για πράγματα για τα οποία δεν είναι αρμόδιος

Μαϊντανός²

Where it comes from

Μαϊντανός < μαϊντανός

proper noun Μαϊντανός · Μαϊντανοί · Μαϊντανού · Μαϊντανών · Μαϊντανό · Μαϊντανούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαϊντανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαϊντανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"μαϊντανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαϊντανός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}