믹윈

μεγαλοκαμωμένος

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

μεγαλοκαμωμένος

어원

μεγαλοκαμωμένος < μεγαλο- + καμωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κάνω και κάμνω

동사 μεγαλοκαμωμένος · μεγαλοκαμωμένη · μεγαλοκαμωμένο · μεγαλοκαμωμένου · μεγαλοκαμωμένης

  1. rare, για σώμα, σπάνιο που είναι μεγάλων διαστάσεων ※ Ένας άλλος, ο πατήρ Θεοφάνης, μεγαλοκαμωμένος και επιβλητικός σαν προφήτης, με πυκνή, άσπρη γενειάδα που του σκέπαζε το στήθος (Γιώργος Θεοτοκάς, Ασθενείς και Οδοιπόροι)

반의어: μικροκαμωμένος

유의어·반의어

동사

반의어: μικροκαμωμένος

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"μεγαλοκαμωμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μεγαλοκαμωμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"μεγαλοκαμωμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεγαλοκαμωμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}