μεγαλοφυής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεγαλοφυής
Where it comes from
μεγαλοφυής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεγαλοφυής < αρχαία ελληνική μέγας + φύω (μεγαλο- + -φυής)
adjective μεγαλοφυής · μεγαλοφυές · μεγαλοφυούς
- που έχει εξαίρετη διανοητική ικανότητα και οι δημιουργίες του είναι πρωτότυπες και διαχρονικές ※ Τινὲς νομίζουσιν ὅτι ἀρκεῖ νὰ εἶναί τις μύωψ, ἤ, τέλος πάντων νὰ φορῇ γιαλιά, νὰ περιφέρῃ περιφρονητικὸν βλέμμα, νὰ εἶναι σύνοφρυς, διὰ νὰ εἶναι δεινὸς ἢ τοὐλάχιστον μεγαλοφυής. (Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Σκόρπια φύλλα, επιμ. Βλάσιος Σκορδέλης)
- που έχει δημιουργηθεί από μεγαλοφυές πρόσωπο ή ταιριάζει σ’ αυτό
In English
- ingenious characterized by genius; cleverly done or contrived
Talk about this word "μεγαλοφυής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μεγαλοφυής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82 "μεγαλοφυής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεγαλοφυής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}