μεγεθύνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μεγεθύνω

Where it comes from

μεγεθύνω < (ελληνιστική κοινή) μεγεθύνω < αρχαία ελληνική μέγεθος

verb μεγεθύνω

  1. μεγαλώνω, συνήθως δημιουργώντας ένα αντίγραφο μεγαλύτερων διαστάσεων ※ Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και
  2. δίνω σε ένα πρόβλημα ή σε ένα κατόρθωμα μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που έχει, το μεγαλοποιώ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μεγεθύνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μεγεθύνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CF%89

Chicago

"μεγεθύνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεγεθύνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}