μεγεθύνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεγεθύνω
Where it comes from
μεγεθύνω < (ελληνιστική κοινή) μεγεθύνω < αρχαία ελληνική μέγεθος
verb μεγεθύνω
- μεγαλώνω, συνήθως δημιουργώντας ένα αντίγραφο μεγαλύτερων διαστάσεων ※ Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και
- δίνω σε ένα πρόβλημα ή σε ένα κατόρθωμα μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που έχει, το μεγαλοποιώ
In English
- magnify to make larger
Talk about this word "μεγεθύνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μεγεθύνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CF%89 "μεγεθύνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεγεθύνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}