μεζές
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεζές¹
Where it comes from
μεζές < (άμεσο δάνειο) τουρκική meze < περσική مزه (mæˈze)
noun μεζές · μεζέδες · μεζέ · μεζέδων
- μικρή ποσότητα (πικάντικου) φαγητού, συνήθως για να συνοδεύσει ένα ποτό ούζο με μεζέ
- κάτι νόστιμο ※ Η ψητή γουρνοπούλα είναι ο περίφημος μεζές της Μεσσηνίας, αλλά τον βρίσκεις και στην Αθήνα. Αν έχεις πάει Καλαμάτα θα έχεις δοκιμάσει σίγουρα τη σπεσιαλιτέ της, τη «γουρνοπούλα» (χωρίς το μεσαίο ου) (Πού θα βρεις νόστιμη γουρνοπούλα στην Αθήνα;, athensvoice.gr, 1/10/2022, https://www.athensvoice.g
- έδεσμα
- μικρή μερίδα ή μπουκιά ενός φαγητού ως πρόγευση, ορεκτικό ή για δοκιμή
- μικρό μέρος από κάτι
Μεζές²
Where it comes from
Μεζές < μεζές
proper noun Μεζές · Μεζέδες · Μεζέ · Μεζέδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "μεζές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B6%CE%AD%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. μεζές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B6%CE%AD%CF%82 "μεζές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B6%CE%AD%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεζές},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B6%CE%AD%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}