ميكوين

μεζούρα

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

μεζούρα

  • meˈzu.ɾa

من أين أتت

μεζούρα < (άμεσο δάνειο) βενετική mesura (ιταλική misura) < λατινική mēnsūra (μέτρο)

اسم μεζούρα · μεζούρες · μεζούρας

  1. είδος εύκαμπτου μέτρου που χρησιμοποιούν συνήθως οι ράφτες ※ Στη διαδικασία μέτρησης χρησιμοποιούμε όργανα όπως υποδεκάμετρο, η μεζούρα και το πτυσσόμενο μέτρο (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 29)
  2. κουζινικά οποιοδήποτε δοχείο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σαν μονάδα μέτρησης Χρησιμοποιούμε για μεζούρα μια κούπα του καφέ, δηλαδή 250 ml.

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"μεζούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μεζούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"μεζούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεζούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}