μελάνι
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
μελάνι
- meˈla.ni
Από πού έρχεται
μελάνι < ελληνιστική μελάνιον < αρχαία ελληνική μέλας
ουσιαστικό μελάνι · μελάνια · μελανιού · μελανιών
- υγρή ουσία με βαθύ σκούρο χρώμα, η οποία χρησιμοποιείται για τη γραφή
- ο γραπτός λόγος, ό,τι έχει γραφτεί
- πυκνό σκουρόχρωμο υγρό που εκκρίνουν η σουπιά, το χταπόδι και το καλαμάρι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν εχθρούς
Παρόμοιες: μελάνη
Συνώνυμα και αντώνυμα
ουσιαστικό
Παρόμοιες: μελάνη
Στα αγγλικά
- ink coloured fluid used for writing
Συζήτησε αυτή τη λέξη "μελάνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. μελάνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B9 "μελάνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B9.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {μελάνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}