μελανιάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μελανιάζω

  • me.laˈɲa.zo

Where it comes from

μελανιάζω < μελαν(ός) + -ιάζω

verb μελανιάζω · μελάνιασα · μελανιασμένος · μελάνιαζα · θα μελανιάζω

  1. intransitive, αμετάβατο γίνομαι μελανός, μαυρίζω ή μπλαβίζω εξαιτίας κτυπήματος (αιμάτωμα), από το κρύο, από το κλάμα ή από φόβο ※ Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχο
  2. transitive, μεταβατικό κάνω κάτι μελανό την τράβηξε απότομα από το χέρι και της το μελάνιασε

Talk about this word

Cite this
MLA

"μελανιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μελανιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"μελανιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μελανιάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}