μελετάω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μελετάω

  • me.leˈta.o

Where it comes from

μελετάω < μελετ(ώ) (< αρχαία ελληνική μελετῶ, συνηρημένος τύπος του μελετάω) + νεοελληνικό επίθημα -άω

verb μελετάω · μελετώ · μελέτησα · μελετιέμαι · μελετώμαι · μελετήθηκα

  1. διαβάζω κάτι με μεγάλη προσοχή και για πολλή ώρα, με σκοπό να αποκτήσω καινούριες γνώσεις ή να παραγάγω ένα πνευματικό έργο (για μαθητή, σπουδαστή) ασχολούμαι με τις σχολικές υποχρεώσεις μου, προετοιμάζομαι για μια εξέταση
  2. κυρίως για το, μελετώ, μελετώμαι εξετάζω κάτι με μεγάλη προσοχή Μελετάται νέο σχέδιο επέκτασης του λιμένα. Θα έχει εκπονηθεί σε ένα μήνα.
  3. vulgar, λαϊκότροπο αναφέρω στην κουβέντα κάποιον ή κάτι Καλώς τον! Σε μελετάγαμε μόλις τώρα.
  4. broadly, κατ’ επέκταση σκέφτομαι ή αναφέρομαι γενικά σε κάτι Άσ' τα αυτά. Τι τα θέλεις και τα μελετάς;

In English

  • study to acquire knowledge

Talk about this word

Cite this
MLA

"μελετάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μελετάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89

Chicago

"μελετάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μελετάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}