μελετάω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μελετάω
- me.leˈta.o
Where it comes from
μελετάω < μελετ(ώ) (< αρχαία ελληνική μελετῶ, συνηρημένος τύπος του μελετάω) + νεοελληνικό επίθημα -άω
verb μελετάω · μελετώ · μελέτησα · μελετιέμαι · μελετώμαι · μελετήθηκα
- διαβάζω κάτι με μεγάλη προσοχή και για πολλή ώρα, με σκοπό να αποκτήσω καινούριες γνώσεις ή να παραγάγω ένα πνευματικό έργο (για μαθητή, σπουδαστή) ασχολούμαι με τις σχολικές υποχρεώσεις μου, προετοιμάζομαι για μια εξέταση
- εξετάζω κάτι με μεγάλη προσοχή Μελετάται νέο σχέδιο επέκτασης του λιμένα. Θα έχει εκπονηθεί σε ένα μήνα.
- αναφέρω στην κουβέντα κάποιον ή κάτι Καλώς τον! Σε μελετάγαμε μόλις τώρα.
- σκέφτομαι ή αναφέρομαι γενικά σε κάτι Άσ' τα αυτά. Τι τα θέλεις και τα μελετάς;
In English
- study to acquire knowledge
Talk about this word "μελετάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μελετάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89 "μελετάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μελετάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}