μελιτζάνα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μελιτζάνα¹
- me.liˈd͡za.na
Where it comes from
μελιτζάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μελιτζάνα < ιταλική με αραβική προέλευση. Συγγγενές το βαζάνιν → δείτε τη λέξη μελιτζάνα (μεσαιωνική ελληνική παρακάτω)
noun μελιτζάνα · μελιτζάνες · μελιτζάνας · μελιτζανών
- κοινή ονομασία του Solanum melongena
- ο εδώδιμος καρπός του παραπάνω φυτού. Έχει συνήθως μοβ χρώμα και ωοειδές σχήμα. Τρώγεται μαγειρεμένος και χρησιμοποιείται ως βασικό συστατικό σε πολλά λαδερά φαγητά (μουσακάς, ιμάμ μπαϊλντί, μπριάμ, παπουτσάκια κ.λπ.) ※ Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 19
Μελιτζάνα²
Where it comes from
Μελιτζάνα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μελιτζάνα · Melitzana
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
- eggplant plant
Talk about this word "μελιτζάνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μελιτζάνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CE%B1 "μελιτζάνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μελιτζάνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}