μεμπτός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεμπτός
- memˈptos
Where it comes from
μεμπτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεμπτός < μέμφομαι + κατάληξη ρηματικού επιθέτου -τός
adjective μεμπτός · μεμπτή · μεμπτό · μεμπτού · μεμπτής
- που μπορούμε να του αποδώσουμε μομφή, να τον μεμφθούμε, να τον κατηγορήσουμε ※ Η κατηγορία «ομοσεξουαλικός»/ «ετεροσεξουαλικός» (και αργότερα, «αμφισεξουαλικός») εμφανίστηκε, στην Ευρώπη, στο τέλος του 19ου αιώνα, μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης ενός Λόγου για τη «σεξουαλικότητα», βασίστηκε αποκλειστικά στην ομοιότητα ή διαφορά των ανατομικών χαρακτηριστικών των ατόμων που εμ
Similar: αξιόμεμπτος, κατακριτέος
Thesaurus
adjective
Similar: αξιόμεμπτος, κατακριτέος
Talk about this word "μεμπτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μεμπτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82 "μεμπτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεμπτός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}