μερίδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μερίδα

Where it comes from

μερίδα < αρχαία ελληνική μερίς (αιτιατική: μερίδα) < μέρος

noun μερίδα · μερίδες · μερίδας · μερίδων

  1. τμήμα ενός συνόλου μια μερίδα των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος δεν θεωρεί σωστά τα μέτρα
  2. ποσότητα από το σύνολο ενός φαγώσιμου που αναλογεί σε κάθε άτομο ενός συνόλου χώρισα την τούρτα σε τόσες μερίδες όσες και οι καλεσμένοι αλλά βγαίνουν μικρές
  3. especially, ειδικότερα η συγκεκριμένη ποσότητα του κάθε φαγώσιμου που σερβίρεται στα καταστήματα σαν μονάδα πάντα παραγγέλνω μια μερίδα φέτα ξεχωριστά από τη σαλάτα
  4. λογιστική ο λογιστικός λογαριασμός που σχετίζεται με έναν συναλλασσόμενο ή ένα εμπόρευμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μερίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μερίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"μερίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μερίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}