μερίδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μερίδα
Where it comes from
μερίδα < αρχαία ελληνική μερίς (αιτιατική: μερίδα) < μέρος
noun μερίδα · μερίδες · μερίδας · μερίδων
- τμήμα ενός συνόλου μια μερίδα των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος δεν θεωρεί σωστά τα μέτρα
- ποσότητα από το σύνολο ενός φαγώσιμου που αναλογεί σε κάθε άτομο ενός συνόλου χώρισα την τούρτα σε τόσες μερίδες όσες και οι καλεσμένοι αλλά βγαίνουν μικρές
- η συγκεκριμένη ποσότητα του κάθε φαγώσιμου που σερβίρεται στα καταστήματα σαν μονάδα πάντα παραγγέλνω μια μερίδα φέτα ξεχωριστά από τη σαλάτα
- ο λογιστικός λογαριασμός που σχετίζεται με έναν συναλλασσόμενο ή ένα εμπόρευμα
In English
Talk about this word "μερίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μερίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "μερίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μερίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}