मिकविन

μεροκάματο

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

μεροκάματο

यह कहाँ से आया

μεροκάματο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἡμεροκάματον, με αποβολή του αρχικού άτονου η. Μορφολογικά αναλύεται σε < ημέρ(α) + -ο- + κάματ(ος) + -ο

संज्ञा μεροκάματο · μεροκάματα · μεροκάματου · μεροκάματων

  1. το ημερομίσθιο, η αμοιβή για μια ημέρα εργασίας
  2. το ημερομίσθιο, το να έχει εργαστεί κάποιος για μια ημέρα Δεν έχει κάνει ακόμα 50 μεροκάματα για να βγάλει βιβλιάριο υγείας στο ΙΚΑ.
  3. broadly, κατ’ επέκταση η κοπιαστική δουλειά

अंग्रेज़ी में

  • wage money paid to a worker

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"μεροκάματο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μεροκάματο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF

Chicago

"μεροκάματο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεροκάματο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}