μεσάζοντας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μεσάζοντας

  • meˈsa.zon.das

Where it comes from

μεσάζοντας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεσάζων από την αιτιατική ενικού «τὸν μεσάζοντα», σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική intermédiaire

noun μεσάζοντας · μεσάζοντες · μεσάζοντα · μεσαζόντων

  1. general, γενικότερα ο άνθρωπος που παρεμβαίνει ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους άλλους ανθρώπους ώστε να τους φέρει σε επικοινωνία με σκοπό κάποιο όφελος, συνήθως οικονομικό
  2. especially, ειδικότερα, επάγγελμα ενδιάμεσος έμπορος που αγοράζει από τον παραγωγό και μεταπουλά σε άλλον έμπορο ※ Θα 'ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες / θα κερδοσκοπήσουν οι μεσάζοντες / κι εμείς τα ίδια θα 'μαστε άλλη μια φορά

Talk about this word

Cite this
MLA

"μεσάζοντας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μεσάζοντας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82

Chicago

"μεσάζοντας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεσάζοντας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}