μεσαίωνας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μεσαίωνας¹

  • meˈse.o.nas

Where it comes from

μεσαίωνας < καθαρεύουσα μεσαίων < μέσος + αἰών, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Moyen Âge

noun μεσαίωνας · μεσαίωνες · μεσαίωνα · μεσαιώνων

  1. ιστορία οι μεσαίοι χρόνοι, η χρονική περίοδος από το τέλος της αρχαιότητας έως τα νεότερα χρόνια
  2. especially, ειδικότερα για την ευρωπαϊκή ιστορία
  3. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό η κατάσταση της οπισθοδρόμησης και του σκοταδισμού

Μεσαίωνας²

  • meˈse.o.nas

Where it comes from

Μεσαίωνας < μεσαίωνας

noun Μεσαίωνας · Μεσαίωνα

  1. ευρωπαϊκή, ιστορία η χρονική περίοδος της ιστορίας της δυτικής Ευρώπης από το τέλος της αρχαιότητας έως την Αναγέννηση, περίπου από τον 5ο έως τον 15ο αιώνα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μεσαίωνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μεσαίωνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"μεσαίωνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεσαίωνας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}