μεσοπρόθεσμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεσοπρόθεσμα
Where it comes from
μεσοπρόθεσμα < μεσοπρόθεσμος + -α
adverb μεσοπρόθεσμα
- σε μεσοπρόθεσμο διάστημα ※ Με δεδομένη την διάρθρωση της τοπικής οικονομίας (κυριαρχία πρωτογενή τομέα και λιανικού εμπορίου) και τις δυσκολίες απεξάρτησης, μεσοπρόθεσμα, από τη μόνη δυνατή σήμερα παραγωγή πρώτης ύλης στον πρωτογενή τομέα , όσο ο πολυπληθής γεωργικός πληθυσμός της ενδοχώρας – πολυδραστήριος ή μη συμβάλλει σ
Opposite: βραχυπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα
adjective μεσοπρόθεσμα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσοπρόθεσμος
Thesaurus
adverb
Opposite: βραχυπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα
Talk about this word "μεσοπρόθεσμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 8 Nov. 2026. μεσοπρόθεσμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B1 "μεσοπρόθεσμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεσοπρόθεσμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-08}
}