μετά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μετά¹

  • meˈta

Where it comes from

μετά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μετά

adverb μετά

  1. αργότερα, ύστερα Δεν έχω χρόνο τώρα, θα το συζητήσουμε μετά.
  2. accusative, από +, αιτιατική αφού έχει περάσει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα Μετά από πέντε λεπτά, ήρθε το λεωφορείο.

noun μετά

  1. το μέλλον, αυτό που θα επακολουθήσει, (μεταφορικά) οι συνέπειες Πριν από κάθε σου ενέργεια να σκέφτεσαι πάντοτε και το μετά.

    Similar: πριν

preposition μετά

  1. + αιτιατική αργότερα από κάτι, ακολουθώντας χρονολογικά Μετά το δείπνο, έπεσε για ύπνο.
  2. + αιτιατική ακολουθώντας κάτι άλλο (για στοιχεία τοποθετημένα σε μια ορισμένη σειρά) Το γράμμα βήτα έρχεται μετά το άλφα.
  3. λόγιο + γενική ή ιδιωματικό + αιτιατική, συνοδεία μαζί με Ήλθε μετά της συζύγου του.
  4. λόγιο + γενική ή ιδιωματικό + αιτιατική, τρόπος με Τον υποδέχτηκαν μετά βαΐων και κλάδων.

conjunction μετά

  1. συμπερασματικός σύνδεσμος άρα Μας έχει ξεγελάσει τόσες φορές. Μετά, πώς να του έχουμε εμπιστοσύνη;

Μετά²

Where it comes from

Μετά < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Μετά · Meta

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • after subsequently; following in time; later than
  • afterwards at a later or succeeding time

Talk about this word

Cite this
MLA

"μετά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μετά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC

Chicago

"μετά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μετά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}