μετάφραση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μετάφραση

  • meˈta.fɾa.si

Where it comes from

μετάφραση < (ελληνιστική κοινή) μετάφρασις < μεταφράζω < μετά + φράζω

noun μετάφραση · μεταφράσεις · μετάφρασης · μεταφράσεων

  1. η μεταφορά ενός γραπτού κειμένου ή προφορικού λόγου σε μία άλλη γλώσσα
  2. figuratively, συνεκδοχικά το μεταφρασμένο κείμενο
  3. μαθηματικά, γεωμετρία γεωμετρική ορολογία, εξίσωση μετακίνησης αντικειμένου σε συγκεκριμένη απόσταση
  4. βιολογία η διαδικασία κατά την οποία τα μεταφορικά RNA (tRNA) συνθέτουν αμινοξέα στα ριβοσώματα με βάση το αγγελιαφόρο RNA (mRNA)
  5. πληροφορική η μεταγλώττιση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μετάφραση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μετάφραση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"μετάφραση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μετάφραση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}