μεταδοτικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεταδοτικός
- me.ta.ðo.tiˈkos
- me.ta.ðo.tiˈci
- me.ta.ðo.tiˈko
Where it comes from
μεταδοτικός < μεταδίδω
adjective μεταδοτικός · μεταδοτική · μεταδοτικό · μεταδοτικού · μεταδοτικής
-
που μπορεί να μεταδοθεί από ον που νοσεί σε ένα άλλο υγιές
※ ότι οι εθνικές κτηνιατρικές υπηρεσίες έχουν αναλάβει την υποχρέωση να κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, με τηλεγράφημα, τηλετυπία ή τηλεφωτοτυπία, εντός 24 ορών, την επιβεβαίωση της εμφάνισης οποιασδήποτε μολυσματικής ή μεταδοτικής νόσου των ιπποειδών των πινάκων Α και Β του αρμόδιου κ
Similar: κολλητικός
- που εύκολα μεταδίδεται
- που μεταδίδει εύκολα και κατανοητά τις γνώσεις του στους άλλους
In English
- contagious of a disease, easily transmitted to others
- communicable able to be transmitted between people or species
Talk about this word "μεταδοτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μεταδοτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "μεταδοτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεταδοτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}