μετανάστευση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μετανάστευση

  • me.taˈna.stef.si

Where it comes from

μετανάστευση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μετανάστευ(σις) + -ση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μετανάστης

noun μετανάστευση · μεταναστεύσεις · μετανάστευσης · μεταναστεύσεων

  1. η μετακίνηση από τη χώρα καταγωγής ή/και μόνιμης διαμονής σε άλλη, για εύρεση εργασίας ή άλλους λόγους
  2. ιστορία η μετακίνηση ολόκληρης εθνοτικής ομάδας, φυλής ή λαού η μετανάστευση των Δωριέων
  3. ζωολογία η μετακίνηση ζώων (πουλιών, ψαριών κ.λπ.) σε μακρινούς τόπους για διάφορους λόγους (αναπαραγωγής, ξεχειμωνιάσματος κ.λπ.)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μετανάστευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μετανάστευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7

Chicago

"μετανάστευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μετανάστευση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}