μεταρρύθμιση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μεταρρύθμιση¹

  • me.taˈɾi.θmi.si

Where it comes from

μεταρρύθμιση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μεταρρύθμισις < αρχαία ελληνική μεταρρυθμίζω < μετά + ῥυθμίζω < ῥυθμός

noun μεταρρύθμιση · μεταρρυθμίσεις · μεταρρύθμισης · μεταρρυθμίσεων

  1. σύνολο σημαντικών αλλαγών σε έναν τομέα, που αποσκοπούν στη λύση προβλημάτων, την εύρυθμη λειτουργία του, την προσαρμογή του σε νέα δεδομένα κ.λπ. εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

Μεταρρύθμιση²

  • me.taˈɾi.θmi.si

Where it comes from

Μεταρρύθμιση < → δείτε τη λέξη μεταρρύθμιση & (σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Reformation ή από τη γαλλική réformation

noun Μεταρρύθμιση · Μεταρρυθμίσεις · Μεταρρύθμισης · Μεταρρυθμίσεων

  1. ιστορία, θρησκεία, καθολικισμός η κίνηση για την αναμόρφωση της Καθολικής Εκκλησίας που ξεκίνησε με τον Μαρτίνο Λούθηρο to 1599 και δημιούργησε τις προτεσταντικές εκκλησίες

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μεταρρύθμιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μεταρρύθμιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7

Chicago

"μεταρρύθμιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεταρρύθμιση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8D%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}