μεταφορά
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεταφορά
- me.ta.foˈɾa
Where it comes from
μεταφορά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεταφορά < μεταφέρω < (μετά) μετα- + φέρω
noun μεταφορά · μεταφορές · μεταφοράς · μεταφορών
- η μετακίνηση ενός πράγματος ή ανθρώπου (πχ εμπορευμάτων - επιβατών) από ένα μέρος σε ένα άλλο, συνήθως με κάποιο μεταφορικό μέσο ※ Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. Στην πρά
- η μετακίνηση σε άλλο σημείο ολοκληρώθηκε η μεταφορά των αρχείων από το σκληρό δίσκο στη δισκέτα
- η μεταγραφή, διασκευή ή απόδοση ενός δημιουργικού έργου σε άλλη μορφή από την αρχική του η επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος
-
σχήμα λόγου κατά το οποίο οι ιδιότητες ενός στοιχείου αποδίδονται (μεταφέρονται) σε ένα άλλο, το οποίο έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από το πρώτο
Στη φράση «ο αντίπαλος έγινε λαγός» γίνεται χρήση μεταφοράς: μία ζωική ιδιότητα (η ταχύτητα του λαγού) αποδίδεται σε άνθρωπο (τον αντίπαλο).
Opposite: κυριολεξία
- απόδοση σε άλλη γλώσσα
-
άμεσο γλωσσικό δάνειο που έχει ενταχθεί στην αποδέκτρια γλώσσα προσαρμοσμένο γραμματικά
ο «χίππης» είναι μεταφορά στα ελληνικά του αγγλικού hippie· κλίνεται, έχει πληθυντικό «οι χίππηδες»
Similar: δάνειο#γλωσσολογία
In English
- metaphor uncountable: figure of speech
- ride lift (in a vehicle)
- freight transportation of goods
- transport act of transporting
- transfer act
- transference the act of conveying or transferring
- transportation act of transporting
- rhetorical device type of phrase
Talk about this word "μεταφορά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. μεταφορά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC "μεταφορά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεταφορά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}