μεταφορέας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεταφορέας
Where it comes from
μεταφορέας < (καθαρεύουσα) μεταφορεύς < μεταφορά + -εύς
noun μεταφορέας · μεταφορείς · μεταφορέα · μεταφορέως · μεταφορέων
- άνθρωπος, οργανισμός, υλικό ή πρόγραμμα που μεταφέρει οτιδήποτε ※ Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. Στην πρά
- ο αχθοφόρος, ο κουβαλητής
In English
- carrier person or object that carries someone or something else
Talk about this word "μεταφορέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μεταφορέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82 "μεταφορέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεταφορέας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}