μεταφυσικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μεταφυσικός

Where it comes from

μεταφυσικός < μεταφυσική

adjective μεταφυσικός · μεταφυσική · μεταφυσικό · μεταφυσικού · μεταφυσικής

  1. φιλοσοφία, θρησκεία που ασχολείται με τη μεταφυσική
  2. μεταφορικά ή κυριολεκτικά ο υπερβατικός, που προκαλεί το δέος ※ Το δοκίμιο του Kolakowski αντιπαραθέτει ένα εύλογο και συνεπές «peut être» του στοχασμού απέναντι στον μεταφυσικό τρόμο και γι' αυτό αξίζει να μελετηθεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του χωρίς να επιβαρυνθεί με υπερερμηνείες ή με αναγωγές. (Δωδώνη, τόμος 18, μέρη 2-3, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου
  3. ο πολύ δύσκολος στη σύλληψη, ο δυσκολονόητος

Similar: υπερβατικός, υπερφυσικός

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"μεταφυσικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μεταφυσικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"μεταφυσικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μεταφυσικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}