μετεωρίτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μετεωρίτης¹

Where it comes from

μετεωρίτης < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) γαλλική météorite < météore < αρχαία ελληνική μετέωρος + -ίτης

noun μετεωρίτης · μετεωρίτες · μετεωρίτη · μετεωριτών

  1. αστρονομία ένα ουράνιο σώμα το οποίο πέφτει στην επιφάνεια της Γης χωρίς να διαλυθεί στην ατμόσφαιρα
  2. adjective, σε επιθετική λειτουργία ο Μετεωρίτης, από τα Μετέωρα

Μετεωρίτης²

Where it comes from

Μετεωρίτης < Μετέωρ(α) + -ίτης

proper noun Μετεωρίτης · Μετεωρίτες · Μετεωρίτη · Μετεωριτών

  1. demonym, πατριδωνυμικό που ζει ή έζησε στα Μετέωρα ή κατάγεται από κει
  2. χριστιανισμός που μονάζει ή μόνασε στα μοναστήρια των Μετεώρων Πρώτος κτίτορας της μονής του Μεγάλου Μετεώρου υπήρξε ο όσιος Αθανάσιος ο επονομαζόμενος Μετεωρίτης.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μετεωρίτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μετεωρίτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"μετεωρίτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μετεωρίτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}