μετεωρικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μετεωρικός

Where it comes from

μετεωρικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική météorique < météore (=μετέωρο) + -ique (=-ικός)

# μετεωρικός < Μετέωρα + -ικός

adjective μετεωρικός · μετεωρική · μετεωρικό · μετεωρικού · μετεωρικής

  1. που έχει σχέση με το μετέωρο ή τον μετεωρίτη ή αναφέρεται σ' αυτά
  2. formal, λόγιο που έχει σχέση με τα Μετέωρα ή αναφέρεται σ' αυτά άλλες μορφές: μετεωρίτικος
  3. που έχει σχέση το νερό που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα με μορφή βροχής / χιονιού / χαλαζιού / νεφών ※ Το νερό των γκέυζερ είναι κατά ένα μέρος μετεωρικό και το άλλο νεαρό, δηλ. μαγματικής προέλευσης, όπως φαίνεται από τις ισοτοπικές συνθέσεις του C14. Μεταφέρει μεγάλες ποσότητες διαλυμένου υλικού, που το αποθέτει στην επιφάνεια σε υψώματα και αναβαθμίδες, το μεν ανθρακικό ως τραβερτίνη, το δε πυρι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μετεωρικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μετεωρικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"μετεωρικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μετεωρικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}