μετουσίωση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μετουσίωση

  • me.tuˈsi.o.si

Where it comes from

μετουσίωση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μετουσίωσις < μετουσιώνω < μετά + ουσία

noun μετουσίωση · μετουσιώσεις · μετουσίωσης · μετουσιώσεων

  1. literally, κυριολεκτικά το άλλαγμα της ουσίας ενός πράγματος, η αλλαγή της υπόστασής του
  2. χημεία το φαινόμενο της διάσπασης των δεσμών, στη δευτεροταγή, τριτοταγή ή τεταρτοταγή δομή χωρίς αλλαγές στην πρωτοταγή δομή
  3. χριστιανισμός η μετατροπή του άρτου και του οίνου της Θείας Ευχαριστίας σε σώμα και αίμα Χριστού

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μετουσίωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μετουσίωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"μετουσίωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μετουσίωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}