μετρητής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μετρητής

  • ˈ ˈsiɱ.fo.no

Where it comes from

μετρητής < αρχαία ελληνική μετρητής

noun μετρητής · μετρητές · μετρητή · μετρητών

  1. όργανο μέτρησης ενός μεγέθους
  2. especially, ειδικότερα συσκευή που καταγράφει την κατανάλωση ή τη ροή, πχ νερού, ηλεκτρικού ρεύματος κλπ ≈ συνώνυμα: ρολόι
  3. το πρόσωπο που καταγράφει τις ενδείξεις μιας τέτοιας συσκευής ή οργάνου
  4. πληροφορική μεταβλητή, θέση μνήμης κλπ., το περιεχόμενο των οποίων αυξάνεται όταν συμβαίνει κάποιο γεγονός ≈ συνώνυμα: απαριθμητής
  5. γλωσσολογία λέξη ή μόρφημα που συνδυάζεται με έναν αριθμό για την δήλωση του αριθμού των ουσιαστικών, κυρίως σε ασιατικές γλώσσες όπως τα ιαπωνικά, τα κορεατικά και τα κινεζικά ≈ συνώνυμα: λέξη μέτρησης

adjective μετρητής · μετρητές · μετρητή · μετρητών

  1. γενική ενικού, θηλυκού γένους του μετρητός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μετρητής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μετρητής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"μετρητής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μετρητής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}