μετρητής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μετρητής
- ˈ ˈsiɱ.fo.no
Where it comes from
μετρητής < αρχαία ελληνική μετρητής
noun μετρητής · μετρητές · μετρητή · μετρητών
- όργανο μέτρησης ενός μεγέθους
- συσκευή που καταγράφει την κατανάλωση ή τη ροή, πχ νερού, ηλεκτρικού ρεύματος κλπ ≈ συνώνυμα: ρολόι
- το πρόσωπο που καταγράφει τις ενδείξεις μιας τέτοιας συσκευής ή οργάνου
- μεταβλητή, θέση μνήμης κλπ., το περιεχόμενο των οποίων αυξάνεται όταν συμβαίνει κάποιο γεγονός ≈ συνώνυμα: απαριθμητής
- λέξη ή μόρφημα που συνδυάζεται με έναν αριθμό για την δήλωση του αριθμού των ουσιαστικών, κυρίως σε ασιατικές γλώσσες όπως τα ιαπωνικά, τα κορεατικά και τα κινεζικά ≈ συνώνυμα: λέξη μέτρησης
adjective μετρητής · μετρητές · μετρητή · μετρητών
- γενική ενικού, θηλυκού γένους του μετρητός
In English
Talk about this word "μετρητής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μετρητής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82 "μετρητής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μετρητής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}