μηδέν
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μηδέν
- miˈðen
Where it comes from
μηδέν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηδέν (κανένα, τίποτα), ουδέτερο του μηδείς < αρχαία ελληνική μηδὲ + ἕν
:* για επιστημονικούς όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nul, zéro
number μηδέν
- ο αριθμός που δείχνει την ανυπαρξία οποιασδήποτε ποσότητας. σύμβολο: 0
- ο αριθμός που δεν έχει αξία ο ίδιος αλλά που δίνει αξία δέκα φορές μεγαλύτερη στους αριθμούς που βρίσκονται στα αριστερά του. Είκοσι γράφεται με ένα δυάρι που ακολουθείται από ένα μηδέν.
-
Λέγεται για κάποιον ανίκανο, που δεν αξίζει τίποτα.
Είναι ένα μηδἐν
Similar: τιποτένιος
- Σε μερικές κλίμακες, δείχνει την θερμοκρασία στην οποία λιώνει ο πάγος Η θερμοκρασία έπεσε στο μηδέν, κάτω από το μηδέν.
pronoun μηδέν
- ουδέτερο του μηδείς
In English
Talk about this word "μηδέν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. μηδέν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD "μηδέν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μηδέν},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}