μηδέν

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μηδέν

  • miˈðen

Where it comes from

μηδέν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηδέν (κανένα, τίποτα), ουδέτερο του μηδείς < αρχαία ελληνική μηδὲ + ἕν

:* για επιστημονικούς όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nul, zéro

number μηδέν

  1. ο αριθμός που δείχνει την ανυπαρξία οποιασδήποτε ποσότητας. σύμβολο: 0
  2. μαθηματικά, δεκαδικό σύστημα ο αριθμός που δεν έχει αξία ο ίδιος αλλά που δίνει αξία δέκα φορές μεγαλύτερη στους αριθμούς που βρίσκονται στα αριστερά του. Είκοσι γράφεται με ένα δυάρι που ακολουθείται από ένα μηδέν.
  3. figuratively, μεταφορικά Λέγεται για κάποιον ανίκανο, που δεν αξίζει τίποτα. Είναι ένα μηδἐν

    Similar: τιποτένιος

  4. φυσική Σε μερικές κλίμακες, δείχνει την θερμοκρασία στην οποία λιώνει ο πάγος Η θερμοκρασία έπεσε στο μηδέν, κάτω από το μηδέν.

pronoun μηδέν

  1. ουδέτερο του μηδείς

In English

  • zero cardinal number before 1, denoting nothing
  • cipher numeric character

Talk about this word

Cite this
MLA

"μηδέν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μηδέν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD

Chicago

"μηδέν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μηδέν},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}