μηλιά

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

μηλιά¹

  • miˈʎa

De unde vine

μηλιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μηλιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μηλέα

substantiv μηλιά · μηλιές · μηλιάς · μηλιών

  1. δέντρο φυλλοβόλο δέντρο (του είδους Malus domestica) με ελλειψοειδή φύλλα και λευκά άνθη, και που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα μήλα

Μηλιά²

  • miˈʎa

De unde vine

Μηλιά < μηλιά

substantiv propriu Μηλια · Μηλιες · Μηλιας · Μηλιών

  1. γυναικείο όνομα ※ «Η Αμίλητη»: Η ιστορία μιας φρικτής γυναικοκτονίας του 1850 που ανεβαίνει στη Λυρική. Ένα σύγχρονο χορικό με στίχους από πραγματικά μοιρολόγια αφηγείται την συγκλονιστική ιστορία της Μηλιάς, μιας νεαρής γυναίκας που δολοφονήθηκε από τον πατέρα και τα αδέλφια της, για να «ξεπλυθεί η ντροπή» της οικ
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. ονομασία οικισμών της Κύπρου

substantiv propriu Μηλια · Μηλιες · Μηλιας · Μηλιών

  1. demonym, πατριδωνυμικό θηλυκό του Μηλιός

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"μηλιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μηλιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC

Chicago

"μηλιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μηλιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}