μηνολόγιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μηνολόγιο

Where it comes from

μηνολόγιο < μεσαιωνική ελληνική μηνολόγιον < αρχαία ελληνική μηνο(ς) + + -ο- + -λόγιο

noun μηνολόγιο · μηνολόγια · μηνολογίου · μηνολόγιου · μηνολογίων

  1. θρησκεία το μηναίο, εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες των ακινήτων εορτών ενός μήνα
  2. θρησκεία εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει βίους εορταζόμενων αγίων (χωρίς λειτουργικά στοιχεία), με ημερολογιακή σειρά
  3. θρησκεία πίνακας συνήθως στην αρχή εκκλησιαστικών βιβλίων όπως το Ευαγγέλιο, κατά μήνα και ημερομηνία, με τους εορτάζοντες αγίους και αναφορά στο σχετικό κείμενο του βιβλίου

In English

  • menologium a monthly list of information, particularly in Christian contexts

Talk about this word

Cite this
MLA

"μηνολόγιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μηνολόγιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF

Chicago

"μηνολόγιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μηνολόγιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}