μητρόπολη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μητρόπολη
- miˈtɾo.po.li
Where it comes from
μητρόπολη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μητρόπολις (μήτηρ + πόλις). Μορφολογικά, μητρό- + -πολη
noun μητρόπολη · μητροπόλεις · μητρόπολης · μητροπόλεων
- η πόλη που ίδρυε μια αποικία
- μεγάλη πόλη που αποτελεί κέντρο της οικονομικής, πνευματικής, καλλιτεχνικής ζωής ※ Στην Αθήνα, τόνισε υψώνοντας λίγο τη φωνή της, λες κι η Αθήνα ήτανε η μητρόπολη του πολιτισμένου κόσμου. (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου (2000). Το εργοστάσιο των μολυβιών [μυθιστόρημα])
- εκκλησιαστική περιφέρεια που διοικείται από επίσκοπο, ο οποίος φέρει τον τίτλο του μητροπολίτη (ή αρχιεπισκόπου) ※ Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θ
- ο κεντρικός ναός μιας πόλης στην οποία εδρεύει ένας μητροπολίτης
In English
- metropolis colony’s mother city
- cathedral church serving as the office of the diocese's bishop and archdiocese's archbisho
Talk about this word "μητρόπολη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. μητρόπολη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7 "μητρόπολη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μητρόπολη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}