μηχανική

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μηχανική

  • mi.xa.niˈci

Where it comes from

μηχανική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηχανική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μηχανικός

noun μηχανική · μηχανικές · μηχανικής · μηχανικών

  1. επιστήμη, φυσική ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση και την ισορροπία της ύλης, καθώς και τις συναφείς δυνάμεις και φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια και η ορμή
  2. τεχνολογία η εφαρμογή των μαθηματικών και της φυσικής στην πράξη, για την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών

adjective μηχανική · μηχανικές · μηχανικής · μηχανικών

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μηχανική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μηχανική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"μηχανική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μηχανική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}