μικροβιακός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μικροβιακός
Where it comes from
μικροβιακός < μικρόβιο + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική microbien)
adjective μικροβιακός · μικροβιακή · μικροβιακό · μικροβιακού · μικροβιακής
- που έχει σχέση με μικρόβια, αναφέρεται σ’ αυτά ή οφείλεται σ’ αυτά ※ Τι είναι το μικροβίωμα; Είναι οι πληθυσμοί μικροοργανισμών σε έναν μοναδικό συνδυασμό βακτηρίων, ιών και μυκήτων που αποικούν σε όλους τους οργανισμούς, είτε πρόκειται για άνθρωπο, ζώο ή φυτό. Αλλά το μικροβίωμα δεν περιορίζεται μόνο σε ζωντανούς οργανισμούς: κάθε γραμμάριο εδάφους ή νερού κουβαλά
Opposite: αμικροβιακός
Thesaurus
adjective
Opposite: αμικροβιακός
In English
- microbial relating to microbes
Talk about this word "μικροβιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μικροβιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "μικροβιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μικροβιακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}