μικρός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μικρός¹

Where it comes from

μικρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μικρός

adjective μικρός · μικρή · μικρό · μικρού · μικρής

  1. ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως είναι οι διαστάσεις, το βάρος, ο όγκος κλπ που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς λίγο πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας
  2. figuratively, μεταφορικά ασήμαντος
  3. ως προς την ηλικία νεαρός
  4. για χρονική διάρκεια σύντομος
  5. στη γραφή πεζός, όχι κεφαλαίος

Similar: μικροσκοπικός, τοσοδούλης, τοσοδούλικος, λιλιπούτειος, μικρόσωμος · Opposite: μεγάλος

noun μικρός · μικρή · μικρό · μικρού · μικρής

  1. ανθρώπινο σώμα το μικρότερο από τα πέντε δάχτυλα του χεριού
  2. συνήθως νεαρής ηλικίας άτομο για βοηθητικές δουλειές σε επιχείρηση μικρέ, πιάσε μια μπίρα

Μικρός²

Where it comes from

Μικρός < μικρός

proper noun Μικρός · Μικροί · Μικρού · Μικρών · Μικρό · Μικρούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

In English

  • small not large
  • little finger outermost and smallest finger of the hand
  • little small in size
  • petty of persons or their behaviour: marked by or reflective of undesirably limited in
  • puny of inferior size — see also small

Talk about this word

Cite this
MLA

"μικρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μικρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"μικρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μικρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}