μιλόρδος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μιλόρδος¹

  • miˈloɾ.ðos

Where it comes from

μιλόρδος < (λόγιο δάνειο) γαλλική milord < αγγλική my Lord (→ δείτε τις λέξεις my και lord) δείτε τη Συζήτηση:μιλόρδος

: Κατ' άλλες απόψεις, (λόγιο δάνειο) αγγλική my Lord με παλαιότερη μεταγραφή: μυλόρδος

noun μιλόρδος · μιλόρδοι · μιλόρδου · μιλόρδων · μιλόρδο · μιλόρδους

  1. dated, παρωχημένο o λόρδος (και, ευρύτερα, ο αξιοσέβαστος Βρετανός) ※ Η άλλη ιστορία ηκούσθη να λέγεται στους Δελφούς, τον παρελθόντα αιώνα, όταν Δυτικοί αρχαιολόγοι κατεγίνοντο με την ανεύρεσιν των ερειπίων του περιφήμου Ναού του Απόλλωνος […]. Δεν πρόκειται περί τόσον περί ιστορίας, όσον περί προσπαθείας […] όπως ριφθή φως και δοθή εξήγησις εις τας παραδόξους συνη

Μιλόρδος²

Where it comes from

Μιλόρδος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Μιλόρδος · Μιλόρδοι · Μιλόρδου · Μιλόρδων · Μιλόρδο · Μιλόρδους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • milord Traveling English nobleman

Talk about this word

Cite this
MLA

"μιλόρδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μιλόρδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"μιλόρδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μιλόρδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}