מיקווין

μισάνθρωπος

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

μισάνθρωπος

  • miˈsan.θɾo.pos

מאיפה זה בא

μισάνθρωπος < αρχαία ελληνική μισάνθρωπος < μισ- (< μισῶ) + άνθρωπος

שם תואר μισάνθρωπος · μισάνθρωπη · μισάνθρωπο · μισάνθρωπου · μισάνθρωπης

  1. για πρόσωπο που μισεί να συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους
  2. για πρόσωπο εσωστρεφές που αποφεύγει τις κοινωνικές συναναστροφές
  3. για συμπεριφορά που χαρακτηρίζει ένα τέτοιο άτομο

דומה: αντικοινωνικός

שם עצם μισάνθρωπος · μισάνθρωπη · μισάνθρωπο · μισάνθρωπου · μισάνθρωπης

  1. αυτός που μισεί να συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους
  2. εσωστρεφές πρόσωπο που αποφεύγει τις κοινωνικές συναναστροφές

מילים נרדפות והפכים

שם תואר

דומה: αντικοινωνικός

באנגלית

  • misanthrope one who has a negative view of the entire human race

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"μισάνθρωπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μισάνθρωπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"μισάνθρωπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μισάνθρωπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}