Μίκουιν

μισθωτός

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

μισθωτός

Από πού έρχεται

μισθωτός < αρχαία ελληνική, μισθ(ός) + -ωτός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

επίθετο μισθωτός · μισθωτή · μισθωτό · μισθωτού · μισθωτής

  1. αυτός που προσφέρει την εργασία του έναντι μισθού ※ Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γρ

Στα αγγλικά

  • salaried describing one who is paid monthly

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"μισθωτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B8%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μισθωτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B8%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"μισθωτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B8%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μισθωτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B8%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}