μνήμη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μνήμη¹

  • ˈmni.mi

Where it comes from

μνήμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μνήμη

noun μνήμη · μνήμες · μνήμης · μνημών

  1. η ικανότητα του εγκεφάλου να θυμάται, να συγκρατεί πληροφορίες και να τις ανακαλεί όποτε είναι αναγκαίο Αυτός ο άνθρωπος έχει μνήμη ελέφαντα, θυμάται απίστευτες λεπτομέρειες.

    Similar: μνημονικό

  2. figuratively, μεταφορικά οποιοδήποτε μέσο βοηθά τον άνθρωπο να συσσωρεύει γνώση τα βιβλία είναι η μνήμη της ανθρωπότητας
  3. plural, στον πληθυντικό οι αναμνήσεις Μου έρχονται στο μυαλό μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια.
  4. η ανάμνηση και η απόδοση τιμής σε έναν νεκρό η εκκλησία τιμά τη μνήμη του αγίου ...
  5. πληροφορική μικρότερη δυνατή ποσότητα μνήμης, βλ. δυφίο ή δυαδικό ψηφίο
  6. πληροφορική, υλικό υπολογιστή ολοκληρωμένο κύκλωμα που κρατά τα δεδομένα που επεξεργάζεται η κεντρική μονάδα επεξεργασίας ο υπολογιστής μου έχει 2GB μνήμη RAM
  7. πληροφορική, υλικό υπολογιστή τα διάφορα αποθηκευτικά μέσα του υπολογιστή (μη πτητική μνήμη) αγόρασα μια μνήμη flash των 4GB

Opposite: λήθη

Μνήμη²

Where it comes from

Μνήμη < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Μνήμη

  1. γυναικείο όνομα

Thesaurus

noun

Opposite: λήθη

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μνήμη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μνήμη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7

Chicago

"μνήμη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μνήμη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}