μνήμη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μνήμη¹
- ˈmni.mi
Where it comes from
μνήμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μνήμη
noun μνήμη · μνήμες · μνήμης · μνημών
-
η ικανότητα του εγκεφάλου να θυμάται, να συγκρατεί πληροφορίες και να τις ανακαλεί όποτε είναι αναγκαίο
Αυτός ο άνθρωπος έχει μνήμη ελέφαντα, θυμάται απίστευτες λεπτομέρειες.
Similar: μνημονικό
- οποιοδήποτε μέσο βοηθά τον άνθρωπο να συσσωρεύει γνώση τα βιβλία είναι η μνήμη της ανθρωπότητας
- οι αναμνήσεις Μου έρχονται στο μυαλό μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια.
- η ανάμνηση και η απόδοση τιμής σε έναν νεκρό η εκκλησία τιμά τη μνήμη του αγίου ...
- μικρότερη δυνατή ποσότητα μνήμης, βλ. δυφίο ή δυαδικό ψηφίο
- ολοκληρωμένο κύκλωμα που κρατά τα δεδομένα που επεξεργάζεται η κεντρική μονάδα επεξεργασίας ο υπολογιστής μου έχει 2GB μνήμη RAM
- τα διάφορα αποθηκευτικά μέσα του υπολογιστή (μη πτητική μνήμη) αγόρασα μια μνήμη flash των 4GB
Opposite: λήθη
Μνήμη²
Where it comes from
Μνήμη < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μνήμη
- γυναικείο όνομα
Thesaurus
noun
Opposite: λήθη
In English
- mind ability to remember things
- memory ability to recall
- recollection that which is called to mind
Talk about this word "μνήμη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. μνήμη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7 "μνήμη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μνήμη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}