μοίρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μοίρα¹

  • ˈmi.ɾa

Where it comes from

μοίρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μοῖρα

noun μοίρα · μοίρες · μοίρας · μοιρών

  1. το μερίδιο, το μερτικό Ο εκλιπών δεν προνόησε στη διαθήκη του για τα παιδιά του, αυτά όμως θα διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους.
  2. broadly, κατ’ επέκταση ο προορισμός
  3. broadly, κατ’ επέκταση το τέλος ή ο θάνατος Η μοίρα αυτού του νεοκλασικού κτηρίου ήταν να καταλήξει ένας σωρός από μπάζα.
  4. ανατομία τμήμα της σπονδυλικής στήλης θωρακική μοίρα, οσφυϊκή μοίρα
  5. γεωμετρία μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °) Η ορθή γωνία ισούται με 90 μοίρες.
  6. στρατιωτικός όρος μονάδα του πυροβολικού, των ειδικών δυνάμεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας Δύο μοίρες καταδιωκτικών απογειώθηκαν για να αποκρούσουν την εισβολή στον εναέριο χώρο μας.

Μοίρα²

Where it comes from

Μοίρα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Μοίρας

proper noun Μοίρα · Moira

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μοίρας)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μοίρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μοίρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B1

Chicago

"μοίρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μοίρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}