μοίρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μοίρα¹
- ˈmi.ɾa
Where it comes from
μοίρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μοῖρα
noun μοίρα · μοίρες · μοίρας · μοιρών
- το μερίδιο, το μερτικό Ο εκλιπών δεν προνόησε στη διαθήκη του για τα παιδιά του, αυτά όμως θα διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους.
- ο προορισμός
- το τέλος ή ο θάνατος Η μοίρα αυτού του νεοκλασικού κτηρίου ήταν να καταλήξει ένας σωρός από μπάζα.
- τμήμα της σπονδυλικής στήλης θωρακική μοίρα, οσφυϊκή μοίρα
- μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °) Η ορθή γωνία ισούται με 90 μοίρες.
- μονάδα του πυροβολικού, των ειδικών δυνάμεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας Δύο μοίρες καταδιωκτικών απογειώθηκαν για να αποκρούσουν την εισβολή στον εναέριο χώρο μας.
Μοίρα²
Where it comes from
Μοίρα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Μοίρας
proper noun Μοίρα · Moira
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μοίρας)
In English
Talk about this word "μοίρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μοίρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B1 "μοίρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μοίρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}