μολύνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μολύνω

  • moˈli.no

Where it comes from

μολύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μολύνω (λερώνω, βεβηλώνω), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική pollute

verb μολύνω · μόλυνα · μολύνομαι · μολύνθηκα · μολυσμένος

  1. βιολογία εισάγω σε έναν ζωντανό οργανισμό παθογόνους μικροοργανισμούς ※ Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, εφημερίδα Καθημερινή, 22/08/2023)
  2. figuratively, συνεκδοχικά ρυπαίνω
  3. figuratively, μεταφορικά προκαλώ αλλοίωση, ηθική ή πνευματική

In English

  • poison pollute
  • defile to make (someone or something) physically dirty or unclean

Talk about this word

Cite this
MLA

"μολύνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μολύνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BD%CF%89

Chicago

"μολύνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μολύνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}