μονάδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μονάδα
- moˈna.ða
Where it comes from
μονάδα < αρχαία ελληνική μονάς, ενότητα, στην αιτιατική (μονάδα)
noun μονάδα · μονάδες · μονάδας · μονάδων
- ο μικρότερος ακέραιος αριθμός που επαναλαμβανόμενος σχηματίζει όλους τους άλλους ακέραιους αριθμούς το σύμβολο της μονάδας είναι το 1
- μονάδα μέτρησης• κάθε σταθερό μέγεθος ή ποσότητα που έχει καθοριστεί συμβατικά για τη μέτρηση αντίστοιχων μεγεθών ή ποσοτήτων μονάδα μήκους / βάρους / χωρητικότητας / χρόνου
- κάθε στοιχείο ενός συνόλου, το οποίο έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα το χωριό και η πόλη είναι οι κυριότερες οικιστικές μονάδες
- ένας τομέας δραστηριότητας μονάδα παραγωγής / διακίνησης / εμπορίας αγαθών
- τμήμα στρατού με αυτόνομη διοίκηση υπηρετεί σε μονάδα πεζικού
- ο χώρος στον οποίο έχει εγκατασταθεί μια στρατιωτική μονάδα τιμωρήθηκε με φυλάκιση, γιατί έλειψε αδικαιολόγητα από τη μονάδα του
- η συσκευή, η διάταξη (συσκευών) σαν ολότητα
- συσκευή που αποτελείται από διαφορετικά τμήματα υλικού (hardware) και λογισμικού και εκτελεί μια αυτόνομη λειτουργία ηλεκτρονικός υπολογιστής σαν ολότητα, οι μονάδες εισόδου και εξόδου δεδομένων
In English
Talk about this word "μονάδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μονάδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B1 "μονάδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μονάδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}