μοναξιά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μοναξιά

Where it comes from

μοναξιά < ελληνιστική κοινή μοναξία < αρχαία ελληνική μόνος

noun μοναξιά · μοναξιές · μοναξιάς · μοναξιών

  1. η κατάσταση αυτού που ζει μόνος, που δεν έχει επαφή με άλλους ανθρώπους
  2. το συναίσθημα που νιώθει αυτός που ζει μόνος ※ Τον τρόπο της ζωής τον σπουδάζουμε πάντοτε σαν χαμένο παράδεισο. Τον ψηλαφούμε στη στέρηση, στο εκμαγείο της απουσίας του. Έγγλυφο ίχνος του τρόπου της ζωής είναι η πίκρα της μοναξιάς στην ψυχή μας, η ανέραστη μοναχικότητα. (Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, Δόμος, Αθήνα 1991, σσ. 7-10)
  3. η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους
  4. ερημικός τόπος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μοναξιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μοναξιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%AC

Chicago

"μοναξιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μοναξιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}