μοναχικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μοναχικός

  • mo.na.çiˈkos
  • mo.na.çiˈci
  • mo.na.çiˈko

Where it comes from

μοναχικός < μόνος

adjective μοναχικός · μοναχική · μοναχικό · μοναχικού · μοναχικής

  1. που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος
  2. που είναι μόνος ※ Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90
  3. τόπος απομονωμένος
  4. πράξη που γίνεται από ένα άτομο,χωρίς τη συμμετοχή άλλων
  5. που σχετίζεται με τον μοναχό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μοναχικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μοναχικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"μοναχικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μοναχικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}