μοναχικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μοναχικός
- mo.na.çiˈkos
- mo.na.çiˈci
- mo.na.çiˈko
Where it comes from
μοναχικός < μόνος
adjective μοναχικός · μοναχική · μοναχικό · μοναχικού · μοναχικής
- που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος
- που είναι μόνος ※ Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90
- απομονωμένος
- που γίνεται από ένα άτομο,χωρίς τη συμμετοχή άλλων
- που σχετίζεται με τον μοναχό
In English
Talk about this word "μοναχικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μοναχικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "μοναχικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μοναχικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}