μονομαχία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μονομαχία

  • mo.no.maˈçi.a

Where it comes from

μονομαχία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μονομαχία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική duel

noun μονομαχία · μονομαχίες · μονομαχίας · μονομαχιών

  1. στρατιωτικός όρος η μάχη μεταξύ δύο μόνο πολεμιστών (ή πολεμικών πλοίων, αρμάτων, αεροσκαφών κ.λπ.)
  2. η σύγκρουση με όπλα μεταξύ δύο αντιπάλων σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο, με προκαθορισμένους κανόνες και παρουσία μαρτύρων· συνηθιζόταν στο παρελθόν για ζητήματα τιμής και, συχνά, κατέληγε στο θάνατο ενός από τους αντιπάλους
  3. general, γενικότερα η αντιπαράθεση, η αναμέτρηση μεταξύ δύο αντιπάλων ※ Παρακολουθήσαμε μια «μονομαχία» μεταξύ του Αισχύλου και του κ. Χουβαρδά, ο οποίος χειρουργεί μεθοδικά την Ορέστεια και τη μετατρέπει σε κωμωδία. Τέτοια «χαριτωμενιά» είχα χρόνια να παρακολουθήσω. Θα πω μόνο ότι ο ρέκτης σκηνοθέτης συμπληρώνει το έργο με ένα «ποτ πουρί» από ελαφρά τραγούδια εποχής,

In English

  • duel combat between two persons

Talk about this word

Cite this
MLA

"μονομαχία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μονομαχία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1

Chicago

"μονομαχία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μονομαχία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}